ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΘΕΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ

ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΜΕ ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ, ΤΙΣ ΑΠΟΡΙΕΣ, ΝΑ ΠΑΡΑΘΕΤΟΥΜΕ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ Η ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΑΜΕ ΣΕ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΑΛΛΩΝ


Μη Συνδεδεμενος Παρακαλώ συνδεθείτε ή εγγραφείτε

Ελευθέριος Βενιζέλος (Μουρνιές Χανίων, 23 Αυγούστου 1864 – Παρίσι, 18 Μαρτίου 1936) ΝΟ1

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω  Μήνυμα [Σελίδα 1 από 1]

Admin


Admin
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος (Μουρνιές Χανίων, 23 Αυγούστου 1864 – Παρίσι, 18 Μαρτίου 1936) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς της νεότερης Ελλάδας και αναμφισβήτητα ο κορυφαίος πρωθυπουργός της, με τα σημαντικότερα επιτεύγματα στον τομέα κυρίως της εξωτερικής πολιτικής και των οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Διπλασίασε τα εδαφικά σύνορα της Ελλάδος, πρωταγωνίστησε στην αυτονομία της Κρητικής Πολιτείας και την οριστική ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, συνέβαλε στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, του μεγαλύτερου τμήματος της Ηπείρου, των νησιών του Αιγαίου και στην οργάνωση της χώρας στα πρότυπα αστικού κράτους διατελώντας πολλές φορές πρωθυπουργός. Υπήρξε επίσης ο άνθρωπος που έστω για λίγο υλοποίησε ένα ασύλληπτο όνειρο των Ελλήνων, τη σύνδεση με τις πατρογονικές εστίες της Μικρασίας, με την προσωρινή κατοχή της Σμύρνης κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Πρώτα χρόνια

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος γεννήθηκε στις 11/23 Αυγούστου του 1863, κατ΄ άλλους το 1864. Το όνομά του "Ελευθέριος", επειδή δεν προϋπήρξε ως οικογενειακό, κατά πιθανότερη εκδοχή προέρχεται από το τάμα που έκανε η μητέρα του Δέσποινα να «ελευθερωθεί» από τον οδυνηρό τοκετό και να επιβιώσει και ευτυχήσει το κυοφορούμενο βρέφος, μετά από τρία προηγηθέντα τέκνα που είχαν πεθάνει.

Όταν ξέσπασε στην Κρήτη η επανάσταση του 1866, η οικογένεια του Βενιζέλου κατέφυγε στη Σύρο. Όταν ηρέμησαν τα πράγματα, ο πατέρας του Κυριάκος παρέμεινε στην Ελλάδα επειδή δεν του επετράπη η επάνοδος στην Κρήτη λόγω του ότι είχε συμμετάσχει στην επανάσταση, και μόνο όταν το 1872 χορήγησε αμνηστία ο Σουλτάνος, η οικογένεια επέστρεψε στο νησί. Ο Βενιζέλος ολοκλήρωσε το Δημοτικό καθώς και την πρώτη τάξη του Γυμνασίου στα Χανιά (1876 - 1877) με καθηγητή τον ελληνοδιδάσκαλο Ιωάννη Παπαδάκη. Συνέχισε τις εγκύκλιες σπουδές του για τα επόμενα τέσσερα χρόνια στο εκπαιδευτήριο Αντωνιάδου στην Αθήνα, στο οποίο εισήχθη κατόπιν εισαγωγικών εξετάσεων. Το απολυτήριο του Γυμνασίου το πήρε από το Γυμνάσιο της Ερμούπολης Σύρου, όπου παρακολούθησε την τελευταία τάξη. Ο πατέρας του ήταν έμπορος και ήθελε να βάλει στη δουλειά αυτή και το γιο του. Έτσι, ο νεαρός Ελευθέριος δούλεψε για δύο χρόνια στο κατάστημα του πατέρα του. Αλλά ο Γεώργιος Ζυγομαλάς, γενικός τότε πρόξενος της Ελλάδας στα Χανιά, τον έπεισε ότι ο γιος του έπρεπε να κάνει ανώτερες σπουδές γιατί είχε ιδιαίτερη κλίση στα γράμματα. Κατόπιν της προτροπής αυτής, ο Ελευθέριος σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Νομικής με άριστα και επέστρεψε στην Κρήτη το 1886 όπου άρχισε να ασκεί τη δικηγορία.

Αναμίχθηκε στην πολιτική και την επόμενη χρονιά εξελέγη βουλευτής Κυδωνιών. Ως βουλευτής ξεχώρισε για την ευγλωττία, την τόλμη, την παρρησία και τις ριζοσπαστικές θέσεις του. Μανιώδης αναγνώστης, ασχολείτο επίσης με την αυτοδίδακτη εκμάθηση της γαλλικής και της αγγλικής γλώσσας. Η κατάσταση εκείνη την εποχή στην Κρήτη ήταν ρευστή, η τουρκική κυβέρνηση υπονόμευε η ίδια τις μεταρρυθμίσεις που είχε κάνει και αναπόφευκτα το 1888 ξέσπασαν ταραχές. Η Τουρκία επενέβη και το Δεκέμβριο του 1889 αφαίρεσε όλα τα προνόμια που είχε παραχωρήσει στους Κρητικούς με βάση τη Συνθήκη του Βερολίνου. Η κρίση συνεχίστηκε ώς το 1894, οπότε συγκλήθηκε συνέλευση, που όμως αμέσως οδηγήθηκε σε αδιέξοδο, καθώς Έλληνες και Μουσουλμάνοι δε μπορούσαν να βρουν σημεία συνεννόησης.

Κρητική Επανάσταση

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1895 ξέσπασε επανάσταση, η οποία δε βρήκε σύμφωνο το Βενιζέλο, ο οποίος θεωρούσε ότι οι Κρητικοί δεν έπρεπε να ενεργούν αυτοβούλως αλλά σε συνεννόηση με την ελληνική κυβέρνηση στην Αθήνα. Πίστευε ότι το κίνημα τη συγκεκριμένη στιγμή και αποτέλεσμα δε θα είχε, λόγω του γεγονότος ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις διάκειντο ευμενώς περί της ακεραιότητας των οθωμανικών εδαφών (προσώρας) αλλά και επειδή θα έφερνε σε δύσκολη θέση τη νεοσχηματισθείσα κυβέρνηση της Αθήνας, η οποία είχε να αντιμετωπίσει και το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας που μόλις πριν από λίγο είχε κηρύξει πτώχευση. Όντως τελικά το κίνημα των Κρητικών προσωρινά ανεστάλη. Το Κρητικό Ζήτημα φαινόταν να οδεύει προς λύση μετά την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων που είχαν υπογράψει τη Συνθήκη του Βερολίνου και ήθελαν τώρα να επιβάλουν στην Υψηλή Πύλη ν' αναγνωρίσει την αυτονομία του νησιού (έδωσαν αυτονομία ως μέση λύση για να περιορίσουν την εξεγερσιακή δυναμική των Κρητών και ταυτόχρονα να διατηρήσει προς το παρόν η Τουρκία την ακεραιότητά της, έστω και δια μιας επικυριαρχίας πια στην Κρήτη).
Ενώ τον Ιανουάριο του 1897 γίνονταν σφαγές στα Χανιά και στο Ρέθυμνο από το μουσουλμανικό παρακράτος, ο Βενιζέλος που περιόδευε στο νησί, έσπευσε στη Μαλάξα κοντά στα Χανιά, όπου είχαν συγκεντρωθεί περισσότεροι από 2.000 επαναστάτες, και τέθηκε επικεφαλής τους. Πρότεινε να επιτεθούν, μαζί με άλλους επαναστάτες που ήταν στο Ακρωτήρι, στους Τούρκους και να τους εκτοπίσουν από την πεδιάδα (η Μαλάξα είναι σε κάποιο υψόμετρο). Πέρασε μάλιστα ο ίδιος νύχτα στο Ακρωτήρι όπου ύψωσε την ελληνική σημαία. Οι Τούρκοι ζήτησαν τη βοήθεια των ξένων ναυάρχων των οποίων τα πλοία ναυλοχούσαν εκεί κοντά επιτηρώντας την κατάσταση στην Κρήτη και επιτέθηκαν στους επαναστάτες. Προκλήθηκε γενικευμένη σύγκρουση. Τα ευρωπαϊκά πολεμικά χτύπησαν με τα πυροβόλα τους τους επαναστάτες στο Ακρωτήρι, ρίχνοντας τη σημαία των επαναστατών, που υψώθηκε αμέσως πάλι υπό τις θυελλώδεις ζητωκραυγές των πληρωμάτων των ελληνικών πολεμικών που ναυλοχούσαν στ' ανοιχτά (ενώ στο θωρηκτό "Ύδρα" γινόταν ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου της Ελλάδας), τα οποία όμως δεν εδύναντο να επέμβουν, καθότι οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν ξεκαθαρίσει ότι δεν υπήρχε περίπτωση ανεξαρτησίας και ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα, ως εκ τούτου οποιαδήποτε δράση του ελληνικού στόλου θα εκλαμβανόταν ως εχθρική.

Το ίδιο βράδυ του βομβαρδισμού, ο Βενιζέλος συνέταξε διαμαρτυρία προς τους ξένους ναυάρχους, την οποία προσυπέγραψαν όλοι οι οπλαρχηγοί που βρίσκονταν στο Ακρωτήρι. Στους ναυάρχους τη μετέφερε ο επικεφαλής της ελληνικής ναυτικής μοίρας Ράινεκ (υπήρχαν τότε ξένοι αξιωματικοί, Άγγλοι κυρίως, στον ελληνικό στόλο ως εκπαιδευτές, προσκαλεσμένοι επί τούτου από την ελληνική κυβέρνηση). Τους έγραφε ότι οι επαναστάτες θα κρατούσαν τις θέσεις τους μέχρι να σκοτωθεί κι ο τελευταίος από τις οβίδες των ευρωπαϊκών πολεμικών προκειμένου να μην αφήσουν τους Τούρκους να πάρουν το Ακρωτήρι. Ο βομβαρδισμός αυτός χριστιανικών πλοίων από Χριστιανούς εναντίον Χριστιανών που ήθελαν την ελευθερία τους, προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έγιναν διαδηλώσεις συμπαράστασης στους επαναστάτες ενώ το προεδρείο της Βουλής των Ελλήνων στην Αθήνα έπαιρνε πλήθος τηλεγραφήματα από διασημότητες της εποχής που συνιστούσαν στην ελληνική κυβέρνηση να τηρήσει πιο αποφασιστική στάση υπέρ των Κρητικών.

Η επανάσταση οδήγησε στον άτυχο Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 κατά τον οποίο τα τουρκικά στρατεύματα νίκησαν κατά κράτος τα αντίστοιχα ελληνικά στο Θεσσαλικό μέτωπο. Το όνειρο της ένωσης του νησιού με τη μητέρα Ελλάδα φαινόταν να απομακρύνεται. Στις 25 Αυγούστου 1897, ο Βενιζέλος έστειλε διακοίνωση στον αρχηγό του ευρωπαϊκού στόλου, αναφέροντας ότι η μόνη σωστή λύση του Κρητικού ζητήματος θα ήταν η ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Αφού όμως η Ελλάδα απέσυρε τη στρατιωτική δύναμη που είχε στο νησί, αναγνωρίζοντας την αυτονομία του, θα έπρεπε και η Κρήτη, για να μη φέρει σε δύσκολη θέση την Αθήνα, να δεχθεί ως προσωρινή λύση την αυτονομία, εναποθέτοντας τις ελπίδες για οριστική λύση στις Μεγάλες Δυνάμεις στο προσεχές μέλλον. Οι Τούρκοι πρότειναν να γίνει ανταλλαγή της Κρήτης με τη Θεσσαλία που την κατείχε ο στρατός τους. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε καθώς θεωρήθηκε εμπαιγμός και για τους Κρητικούς και για τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Την κυβέρνηση Δηλιγιάννη διαδέχθηκε η κυβέρνηση Ράλλη κι αυτήν η κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη, που υπέγραψε στην Κωνσταντινούπολη συνθήκη ειρήνης με την Τουρκία. Κατόπιν οι Μεγάλες Δυνάμεις ξεκίνησαν τη διαδικασία διακανονισμού του Κρητικού ζητήματος, που όμως τραβούσε μακριά. Προτάθηκαν για τη θέση του Γενικού Διοικητή του νησιού οι Δροζ, Σέφερ, ο Μαυροβούνιος Πέτροβιτς Μπόζα, ο πρίγκιπας Βάττεμβεργ ενώ οι Τούρκοι ήθελαν γι' αυτή τη θέση τον Ανθόπουλο πασά. Η Ρωσία υπέδειξε τον γιο του βασιλιά των Ελλήνων Γεωργίου του Α΄, τον πρίγκιπα Γεώργιο, ο οποίος και επελέγη τελικά. Στις 21 Ιανουαρίου 1898, η κρητική συνέλευση, μέσα σε ζητωκραυγές ενέκρινε πρόταση του Βενιζέλου να κάνει το προεδρείο της τα αναγκαία διαβήματα. Η Γερμανία και η Αυστρία, επειδή δεν ήθελαν να φανεί ότι αντιτίθενται στις τουρκικές απαιτήσεις, αποχώρησαν από τον συνασπισμό των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ο οποίος έγινε πλέον τετραμελής. Εκλέχθηκε μια εκτελεστική επιτροπή, με τη συμμετοχή του Βενιζέλου, που εκτελούσε χρέη προέδρου κυβέρνησης και είχε τις επαφές με τους Ευρωπαίους ναυάρχους. Άρχισε να εφαρμόζει το προσωρινό πολίτευμα αλλά οι Μουσουλμάνοι, υποκινούμενοι από τους Τούρκους, ξεσηκώθηκαν. Οι Κρητικοί άρχισαν να συγκεντρώνουν ένοπλα τμήματα και η εκτελεστική επιτροπή προέβη σε διαβήματα διαμαρτυρίας, με συνέπεια να επισπευσθεί η εκλογή του πρίγκιπα Γεωργίου, που εκκρεμούσε επί εννιάμηνο.

Η Κρήτη αυτόνομη
Ο πρίγκιπας Γεώργιος ορίστηκε Ύπατος Αρμοστής της Κρητικής Πολιτείας με τριετή θητεία. Στις 13 Δεκεμβρίου 1898 έφθασε στα Χανιά όπου του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή. Στις 27 Απριλίου 1899, ο Ύπατος Αρμοστής όρισε συμβούλιο (δηλαδή κυβέρνηση) από τους Κρητικούς αρχηγούς. Ο Βενιζέλος έγινε σύμβουλος (υπουργός) Δικαιοσύνης. Από τους αρχηγούς δεν συμμετείχε στο συμβούλιο μόνο ο Ιωάννης Σφακιανάκης, πρόεδρος της συνέλευσης την περίοδο των ταραχών, επειδή υπέβαλε στον Αρμοστή ένα σχέδιο για το οριστικό πολίτευμα του νησιού, το οποίο ο Γεώργιος δεν ενέκρινε.

Το συμβούλιο ξεκίνησε την προσπάθεια να οργανώσει αυτόνομο κράτος. Στις 18 Μαΐου, ο Βενιζέλος υπέβαλε πλήρη δικαστική νομοθεσία. Άρχισαν όμως οι διαφωνίες. Ο Γεώργιος, σκοπεύοντας να ταξιδέψει στην Ευρώπη, ανακοίνωσε στον κρητικό λαό ότι "κατά την διάρκειαν του ταξιδίου του θα εζήτει από τας Μεγάλας Δυνάμεις την ένωσιν της Κρήτης και ήλπιζε να επιτύχει ταύτην λόγω των συγγενικών του δεσμών". Η ανακοίνωση έγινε χωρίς να το ξέρει το συμβούλιο. Ο Βενιζέλος είπε στον πρίγκιπα ότι δεν θα ήταν καλό να δίδει στο λαό ελπίδες για κάτι που δεν ήταν εκείνη τη στιγμή δυνατό να πραγματοποιηθεί. Όντως δε οι Μεγάλες Δυνάμεις απέρριψαν το αίτημα του Γεωργίου. Επίσης Αρμοστής και σύμβουλος διαφώνησαν επειδή ο Γεώργιος ήθελε να χτίσει ανάκτορο, κάτι που δεν ήθελε ο Βενιζέλος γιατί θα σήμαινε διαιώνιση του καθεστώτος της Αρμοστείας που οι Κρητικοί δέχθηκαν ως προσωρινό μέχρι την οριστική λύση. Επήλθε διάσταση μεταξύ των δύο ανδρών και ο Βενιζέλος επανειλημμένως υπέβαλε παραίτηση.

Όταν συζητήθηκε στο συμβούλιο ο προϋπολογισμός, ο Βενιζέλος είπε ότι το νησί δεν ήταν αυτόνομο αφού κατεχόταν στρατιωτικά από τέσσερις δυνάμεις και το κυβερνούσε εντολοδόχος τους. Θα έπρεπε, όταν θα έληγε η θητεία του πρίγκιπα, να ζητηθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις να επιτρέψουν στη συνέλευση, με βάση το άρθρο 39 του Συντάγματος (που το είχε καταργήσει η συνδιάσκεψη της Ρώμης) να εκλέξει ανώτατο άρχοντα, οπότε δε χρειαζόταν η παρουσία ξένων στρατευμάτων. Μ' αυτόν τον τρόπο, το νησί θα απαλλασσόταν από το στρατό κατοχής και τη δι' αντιπροσώπου των Μεγάλων Δυνάμεων διακυβέρνηση, και θα μπορούσε ευκολότερα να πετύχει αργότερα το μεγάλο στόχο, που ήταν η ένωση με την Ελλάδα. Αυτή την πρόταση θα εκμεταλλευθούν οι αντίπαλοι του Βενιζέλου για να πουν ότι ήθελε την Κρήτη αυτόνομη ηγεμονία. Σε απάντηση, εκείνος υπέβαλε και πάλι την παραίτησή του με το αιτιολογικό ότι του ήταν αδύνατο πλέον να συνεργαστεί με τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου και διαβεβαίωσε ότι δεν σκόπευε να ασκήσει αντιπολίτευση.

Στις 17 Μαΐου 1901, σε έκθεσή του εξέθεσε τους λόγους που τον υποχρέωναν να παραιτηθεί, τη δε επομένη τους είπε και προφορικά στον Ύπατο Αρμοστή. Στις 18 Μαΐου ο Βενιζέλος απολύθηκε επειδή δημόσια υποστήριξε απόψεις αντίθετες μ' αυτά που πρέσβευε ο Αρμοστής. Και τέθηκε πλέον επικεφαλής της αντιπολίτευσης, παρά την πρόσφατη διαβεβαίωσή του περί μη ανάμειξης. Επί τρία χρόνια διεξήχθη μια σκληρότατη πολιτική διαμάχη, η διοίκηση παρέλυσε και κυριάρχησε η οξύτητα στο νησί. Αναπόφευκτα, το Μάρτιο του 1905 ξέσπασε επανάσταση στο νησί, της οποίας επικεφαλής ετέθη ο Βενιζέλος.

Επανάσταση του Θερίσου
Στις 23 Μαρτίου 1905 συνήλθε συνέλευση στο χωριό Θέρισο των Χανίων, η οποία κήρυξε "την πολιτικήν ένωσιν της Κρήτης μετά της Ελλάδος εις εν μόνον ελεύθερον συνταγματικόν κράτος", επέδωσε δε και σχετικό ψήφισμα στις Μεγάλες Δυνάμεις, όπου υποστήριζε ότι το νόθο μεταβατικό καθεστώς εμπόδιζε την οικονομική ανάπτυξη του νησιού και η μόνη φυσική λύση του κρητικού ζητήματος ήταν η ένωση.

Στις 7 Απριλίου συνήλθε τακτική συνέλευση στα Χανιά, η οποία ομοίως κήρυξε την ένωση, ενώ ένας από τους συμβούλους του Ύπατου Αρμοστή παραιτήθηκε και πήγε στο Θέρισο να ενωθεί με τους επαναστάτες. Οι Μεγάλες Δυνάμεις απάντησαν στους επαναστάτες ότι θα χρησιμοποιούσαν στρατεύματα προκειμένου να επιβάλουν τις αποφάσεις τους (οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν επιθυμούσαν ακόμη τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για την οποία κάθε ευρωπαϊκή δύναμη είχε το δικό της χρονοδιάγραμμα δράσης). Σε απάντηση οι περισσότεροι βουλευτές της τακτικής συνέλευσης πήγαν στο Θέρισο να ενωθούν κι αυτοί με το Βενιζέλο. Οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων συναντήθηκαν με το Βενιζέλο στις Μουρνιές, σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί συμφωνία, χωρίς αποτέλεσμα. Η επαναστατική κυβέρνηση ζήτησε να χορηγηθεί στην Κρήτη πολίτευμα ανάλογο μ' αυτό της Ανατολικής Ρωμυλίας που είχαν προσαρτήσει νωρίτερα οι Βούλγαροι. Στις 18 Ιουλίου οι Δυνάμεις κήρυξαν το στρατιωτικό νόμο, κάτι που δεν αποθάρρυνε τους επαναστάτες. Στις 15 Αυγούστου η τακτική συνέλευση των Χανίων ψήφισε τις περισσότερες από τις μεταρρυθμίσεις που ζητούσε ο Βενιζέλος.

Συναντήθηκαν και πάλι μαζί του οι πρόξενοι και έκαναν δεκτές τις μεταρρυθμίσεις που πρότεινε. Αυτό οδήγησε στον τερματισμό της επανάστασης του Θερίσου και στην παραίτηση του Ύπατου Αρμοστή πρίγκιπα Γεωργίου, ο οποίος λόγω της σύγκρουσής του με το Βενιζέλο όξυνε τα πολιτκά πράγματα στη νήσο και όλοι επιθυμούσαν να αντικατασταθεί. Οι Μεγάλες Δυνάμεις ανέθεσαν στο βασιλιά της Ελλάδας Γεώργιο Α΄ να εκλέξει αυτός νέο Αρμοστή στη θέση του γιου του. Τοποθετήθηκε στη θέση αυτή ο μετριοπαθής, ευέλικτος και σώφρων πολιτικός Αλέξανδρος Ζαΐμης ενώ ορίστηκαν Έλληνες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί να αναλάβουν την οργάνωση της Κρητικής Χωροφυλακής. Μόλις οργανώθηκε το Σώμα της Χωροφυλακής, άρχισαν να αποχωρούν τα ξένα στρατεύματα από το νησί.

Το Σεπτέμβριο του 1908 ο αυτοκράτορας της Αυστρίας ανακοίνωσε την προσάρτηση της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης και ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας την ανεξαρτησία της χώρας του. Οι Κρητικοί δεν έχασαν την ευκαιρία. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1908 ξέσπασε ξανά επανάσταση στο νησί. Χιλιάδες πολίτες των Χανίων και των γύρω περιοχών συμμετείχαν την ημέρα αυτή σε συλλαλητήριο, στο οποίο ο Βενιζέλος κήρυξε την οριστική ένωση της Κρήτης με τη μητέρα Ελλάδα. Έχοντας συνεννοηθεί με την κυβέρνηση της Αθήνας, ο Ζαΐμης αναχώρησε για την πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους πριν από το συλλαλητήριο. Συγκλήθηκε η κρητική συνέλευση και κήρυξε την ανεξαρτησία της Κρήτης, οι δημόσιοι υπάλληλοι του νησιού ορκίσθηκαν πίστη στο βασιλιά Γεώργιο Α΄ της Ελλάδας, ενώ διορίστηκε πενταμελής εκτελεστική επιτροπή με την εντολή να κυβερνήσει το νησί εν ονόματι του βασιλιά των Ελλήνων και σύμφωνα με τους νόμους του ελληνικού κράτους. Πρόεδρος της επιτροπής ορίστηκε ο Ιωάννης Μιχελιδάκης, πολιτικός αντίπαλος του Βενιζέλου, με το Βενιζέλο στις θέσεις του υπουργού Εξωτερικών και υπουργού Δικαιοσύνης. Τον Απρίλιο του 1910 συγκλήθηκε νέα συνέλευση, της οποίας ο Βενιζέλος εκλέχθηκε πρόεδρος, ενώ κατόπιν έγινε πρωθυπουργός (Πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής). Όλα τα ξένα στρατεύματα έφυγαν από την Κρήτη και η εξουσία περιήλθε εξ ολοκλήρου στην κυβέρνηση Βενιζέλου.

Ο Βενιζέλος στην κυρίως Ελλάδα

Τον Αύγουστο του 1909 ξέσπασε στην Αθήνα στρατιωτική επανάσταση στο Γουδί, γνωστή ως Κίνημα στο Γουδί. Παραιτήθηκε η κυβέρνηση Ράλλη και σχηματίσθηκε νέα υπό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Όμως, επειδή είχε δημιουργηθεί πολιτικό αδιέξοδο, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος (η οργάνωση των αξιωματικών που είχε κάνει την επανάσταση), ο οποίος είχε απόλυτη εξουσία (η οποία όμως προϊόντος του χρόνου και του αδιεξόδου εύρεσης λύσης εξασθένιζε υπέρ των παλαιών κομμάτων), προσκάλεσε το Βενιζέλο από την Κρήτη ν' αναλάβει την πρωθυπουργία. Ήλθε λοιπόν στην Αθήνα ο Βενιζέλος, έχοντας ήδη μεγάλο κύρος από τη δράση του στην Κρήτη και αφού είχε διαβουλεύσεις με το Στρατιωτικό Σύνδεσμο και με εκπροσώπους του πολιτικού κόσμου, εισηγήθηκε το σχηματισμό νέας κυβέρνησης και τη σύγκληση αναθεωρητικής Βουλής. Η Βουλή αυτή όμως, θεωρήθηκε ότι θα μπορούσε να αποτελέσει κίνδυνο για το καθεστώς. Ο Βενιζέλος σταμάτησε τότε όλες τις επαφές του και μπλοφάροντας ετοιμαζόταν να γυρίσει στην Κρήτη. Ο Γεώργιος Α΄, φοβούμενος κλιμάκωση της κρίσης, η οποία θα μπορούσε να απειλήσει το στέμμα του, λόγω της μεταβατικής, ρευστής πολιτικής κατάστασης και της αηδίας των πολιτών από την φαυλοκρατία της παλαιοκομματικοκρατίας, συγκάλεσε συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών, οι οποίοι του συνέστησαν να δεχθεί τη λύση Βενιζέλου. Ο βασιλιάς, μετά από πολλές αναβολές, συμφώνησε και ανέθεσε στο Στέφανο Δραγούμη (ήταν υπόδειξη του Βενιζέλου) να σχηματίσει κυβέρνηση που θα οδηγούσε τη χώρα σε εκλογές.

Ο Βενιζέλος έφυγε ταξίδι στην Ελβετία και την Ιταλία απέχοντας της προεκλογικής περιόδου, έγιναν εκλογές στις 8 Αυγούστου 1910 και εξελέγη σχεδόν παμψηφεί βουλευτής Αττικής ως ανεξάρτητος. Ο Δημήτριος Ράλλης υπέδειξε στο βασιλιά να βάλει το Βενιζέλο στην κυβέρνηση. Στις 5 Σεπτεμβρίου ήλθε στην Αθήνα ο Βενιζέλος όπου έτυχε θερμής υποδοχής από το λαό. Σε ομιλία του παρουσίασε τις πολιτικές του θέσεις, τόνισε δε ότι η χώρα χρειαζόταν Αναθεωρητική Βουλή παρότι ο κόσμος από κάτω φώναζε "Συντακτική". Η κυβέρνηση Δραγούμη, που δεν είχε τη δύναμη στη Βουλή ώστε να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούσε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, παραιτήθηκε. Στις 19 Οκτωβρίου 1910 ο Βενιζέλος έγινε πρωθυπουργός κατόπιν της ανάθεσης της σχετικής εντολής από το βασιλιά, ο οποίος παρά τους αρχικούς φόβους του, μετά τη διαπίστωση της ήπιας ανατρεπτικής πολιτικής του Βενιζέλου (που δεν επιθυμούσε ανατροπή της βασιλικής δυναστείας στην οποία διέβλεπε ένα συνεκτικό ρόλο στη συμπάγεια του κράτους), πίστεψε ότι ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για τη χώρα εκείνη τη στιγμή. Ο Βενιζέλος είχε πια στο μεταξύ ιδρύσει το Κόμμα των Φιλελευθέρων, με εισχώρηση και στελεχών από τα παλαιά κόμματα. Επειδή όμως δεν είχε την πλειοψηφία στη Βουλή, στις 21 τη διέλυσε αιφνιδιαστικά επικαλούμενος αδυναμία παραγωγής έργου υπό αυτή τη βουλευτική σύνθεση και προκήρυξε εκλογές, στις οποίες δεν πήραν μέρος τα παλαιά κόμματα, αντιδρώντας στην αντισυνταγματική, όπως υποστήριζαν, αυτή κίνηση. Η καινούργια Βουλή αφού αναθεώρησε πολλές διατάξεις του Συντάγματος και προσέθεσε νέες, διαλύθηκε έχοντας ολοκληρώσει το σκοπό της και προκηρύχθηκαν νέες εκλογές.

Βαλκανικοί Πόλεμοι
Στο μεταξύ, υπήρχαν διπλωματικές επαφές, με στόχο να γίνουν μεταρρυθμίσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης των εκεί χριστιανικών πληθυσμών. Σε περίπτωση αποτυχίας των μεταρρυθμίσεων, σχεδιαζόταν να εκδιωχθεί η Τουρκία από τα Βαλκάνια. Αυτό το τελευταίο φαινόταν εφικτό, επειδή μετά την εισαγωγή Συντάγματος, ο διοικητικός μηχανισμός της Τουρκίας είχε αποδιοργανωθεί, δεν είχε στόλο για να μεταφέρει δυνάμεις από τη Μικρά Ασία στην Ευρώπη και ο ελληνικός στόλος κυριαρχούσε στο Αιγαίο. Ο Βενιζέλος δεν ήθελε να γίνουν άμεσα κινήσεις από τις βαλκανικές χώρες, προκειμένου να αναδιοργανωθεί στρατιωτικά η χώρα (προσπάθεια που είχε ξεκινήσει από την τελευταία κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη) και να είναι απολύτως έτοιμη όταν έρθει η ώρα που θα εκρίνοντο όλα (διέβλεπε τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε σύντομο διάστημα και τον αναπόφευκτο πόλεμο για τη διανομή των εδαφών). Πρότεινε στην Τουρκία να αναγνωρίσει στους Κρητικούς το δικαίωμα να στέλνουν βουλευτές στην ελληνική Βουλή, ούτως ώστε να κλείσει το Κρητικό Ζήτημα. Οι Νεότουρκοι (που είχαν πάρει αέρα μετά τη νίκη της Τουρκίας στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897) απειλούσαν ότι θα κάνουν στρατιωτικό περίπατο μέχρι την Αθήνα, αν η τελευταία επέμενε σε τέτοιες αξιώσεις, προκαλώντας την τιμή και τα πληγωμένα από την ήττα του '97 πατριωτικά αισθήματα των Ελλήνων.


Φωτογραφία στο ελληνικό Γενικό Στρατηγείο στο Χατζή-Μπεηλίκ, πριν τη Συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου, 1913. Από αριστερά: αρχηγός του γενικού επιτελείου Βίκτωρ Δούσμανης, αρχιστράτηγος Βασιλιάς Κωνσταντίνος, πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο Ιωάννης Μεταξάς, διευθυντής επιχειρήσεων του γενικού επιτελείου, φαίνεται δεύτερος από δεξιά

Ήταν λοιπόν μονόδρομος για το Βενιζέλο η συμμαχία με τις άλλες βαλκανικές χώρες, Σερβία, Βουλγαρία, Μαυροβούνιο. Έπεισε τον διάδοχο Κωνσταντίνο να αντιπροσωπεύσει την Ελλάδα σε κάποια βασιλική γιορτή στη Σόφια και οργάνωσε επίσκεψη στην Αθήνα Βούλγαρων φοιτητών, το 1911, που έγινε σε πολύ καλό κλίμα. Τον Μάιο του 1912 Ελλάδα και Βουλγαρία υπέγραψαν συνθήκη. Αλλά οι σφαγές των Κοτσάνων και της Μπράνας επέσπευσαν τις εξελίξεις. Η Σερβία και η Βουλγαρία που είχαν υπογράψει μεταξύ τους μυστική συνθήκη συμμαχίας, προσκάλεσαν την Ελλάδα τις τελευταίες μέρες του Σεπτεμβρίου 1912 να πάρει μέρος μαζί τους στον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας.

Ο Βενιζέλος είχε προσεγγίσει χωρίς αποτέλεσμα τους Τούρκους για το Κρητικό Ζήτημα και επιπλέον, δεν ήθελε να την πάθει η Ελλάδα όπως το 1877 με το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (τότε παρέμεινε αδρανής ενώ οι άλλοι βαλκανικοί λαοί πολέμησαν με αποτέλεσμα να μην έχει λόγο μετά στη συνθήκη ειρήνης). Έτσι, στις 30 Σεπτεμβρίου 1912 κήρυξε τον πόλεμο στην Τουρκία. Ήταν ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Την 1 Οκτωβρίου, συνήλθε σε τακτική σύνοδο η Βουλή, όπου αναγγέλθηκε η κήρυξη του πολέμου, έγιναν δεκτοί οι Κρήτες βουλευτές, τους οποίους προσφώνησε ο ίδιος ο Βενιζέλος και κηρύχθηκε η ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα. Ο ελληνικός λαός υποδέχθηκε τις εξελίξεις αυτές με μεγάλο ενθουσιασμό.

Ο στρατός, με αρχιστράτηγο το διάδοχο Κωνσταντίνο, προήλασε προς τη Μακεδονία, επιτυγχάνοντας αλλεπάλληλες νίκες και στις 26 Οκτωβρίου 1912 κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη. Σ' αυτή την περίοδο σημειώθηκε και η γνωστή διαφωνία με το διάδοχο Κωνσταντίνο Α', για την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσει ο στρατός και ποιες πόλεις θα έπρεπε να απελευθερωθούν πρώτα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, προβλέποντας τα προβλήματα που θα εμφανίζονταν μετά την απελευθέρωση της πόλης στον τομέα της αστυνόμευσής της και γνωρίζοντας ότι οι Βούλγαροι σύμμαχοί μας αλλά και οι μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις θα προωθούσαν μία εικόνα άναρχης πόλης και μίας Ελληνικής πολιτείας ανίκανης να επιβάλει την τάξη, φρόντισε, από τις 24 Οκτωβρίου, πριν ακόμη απελευθερωθεί η πόλη, να διατάξει την μεταφορά δυνάμεως της Κρητικής Χωροφυλακής στη Θεσσαλονίκη. Στις 20 Νοεμβρίου, η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Βουλγαρία υπέγραψαν ανακωχή με την Τουρκία. Η Ελλάδα συνέχιζε τον πόλεμο στο μέτωπο της Ηπείρου. Ακολούθησε συνδιάσκεψη στο Λονδίνο, όπου η Ελλάδα πήρε μέρος αν και δεν είχαν τελειώσει οι επιχειρήσεις στην Ήπειρο. Η συνδιάσκεψη αυτή κατέληξε στη Συνθήκη του Λονδίνου μεταξύ των βαλκανικών συμμάχων και της Τουρκίας, ουσιαστικά σύμφωνα με τις επιθυμίε των Μεγάλων Δυνάμεων.

Την επομένη της νίκης, ο Βούλγαρος πρωθυπουργός Ιβάν Γκέσωφ, ενώ γινόταν δοξολογία στη Σόφια για τη συμμαχική νίκη, έστειλε το παρακάτω τηλεγράφημα στο Βενιζέλο: "Είμαι ευτυχής, αναγγέλλων υμίν την συγκινητικήν ταύτην τελετήν, κατά την οποίαν η αγία ημών Εκκλησία ηυλόγησε γεγονός το οποίον διά πρώτην φοράν η ιστορία θα αναγράψη εν τη βαλκανική χερσονήσω και σας παρακαλώ να ευαρεστηθήτε όπως δεχθήτε όλα τα συγχαρητήριά μου και τας ειλικρινείς ευχάς, τας οποίας εκφράζω, όπως εν καλόν και ευτυχές τέλος επιστέψη το έργον, του οποίου η πρωτοβουλία τα μέγιστα οφείλεται εις την Υμετέραν Εξοχότητα και την Κυβέρνησιν, της οποίας προΐστασθε".

Γρήγορα εντούτοις οι Βούλγαροι, οι οποίοι ήθελαν να γίνουν ηγεμονική δύναμη στα Βαλκάνια και να αποκτήσουν διέξοδο στη θάλασσα, προέβαλαν υπερβολικές αξιώσεις. Και η Σερβία ζητούσε περισσότερα εδάφη απ' όσα είχε προσυμφωνήσει με τους Βουλγάρους, επειδή τους βοήθησε στη Θράκη πέρα απ' όσο είχε συμφωνηθεί. Κι ο Βενιζέλος ξεκαθάρισε στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου ότι η Θεσσαλονίκη ήταν της Ελλάδας, αφού άλλωστε πρώτος την κατέλαβε ο ελληνικός στρατός.

Η ρήξη μεταξύ των συμμάχων λόγω της τακτικής των Βουλγάρων και ειδικότερα της τακτικής του πρωθυπουργού τους Στογιάν Δάνεφ, (που είχε στο μεταξύ αντικαταστήσει τον Γκέσωφ), ήταν αναπόφευκτη. Έτσι βρέθηκε η Βουλγαρία απέναντι σ' ένα ενιαίο μέτωπο Ελλάδας - Σερβίας, οι οποίες στις 19 Μαΐου 1913 υπέγραψαν σύμφωνο συμμαχίας στη Θεσσαλονίκη. Στις 19 Ιουνίου 1913 κηρύχθηκε ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος. Ο βασιλιάς πλέον Κωνσταντίνος (κατόπιν της δολοφονίας του Γεωργίου Α') έδιωξε τις βουλγαρικές δυνάμεις από τη Θεσσαλονίκη, κατήγαγε δε κατόπιν αλλεπάλληλες νίκες επί του βουλγαρικού στρατού. Νικημένοι από τους Έλληνες και τους Σέρβους κι ενώ ο ρουμανικός στρατός προήλαυνε προς τη Σόφια φτάνοντας σε απόσταση σαράντα χιλιομέτρων από το κέντρο της, οι Βούλγαροι ζήτησαν ανακωχή. Ο Βενιζέλος πήγε στο Χατζή Μπεϊλίκ, έδρα του ελληνικού στρατηγείου, όπου προσδιόρισε μαζί με τον Κωνσταντίνο τις εδαφικές αξιώσεις της Ελλάδας στη συνδιάσκεψη της ειρήνης που θα ακολουθούσε. Κατόπιν ανεχώρησε για το Βουκουρέστι, όπου συνήλθε η συνδιάσκεψη. Στις 28 Ιουνίου 1913 υπογράφτηκε συνθήκη ειρήνης από την Ελλάδα, το Μαυροβούνιο, τη Σερβία και τη Ρουμανία αφενός και από τη Βουλγαρία αφετέρου. Οι αξιώσεις της Ελλάδας έγιναν όλες δεκτές. Ο Βενιζέλος γνωστοποίησε αυθημερόν με τηλεγράφημα στον βασιλιά την υπογραφή της συνθήκης.

Η απάντηση του Κωνσταντίνου ήταν η εξής: "Ευχαριστώ υμάς επί τη αναγγελία της υπογραφής της ειρήνης. Ο Θεός πλουσιοπαρόχως ηυλόγησε τας προσπαθείας ημών. Εν ονόματι του έθνους και εμού εκφράζω υμίν τας βασιλικάς μου ευχαριστίας. Νέα και ένδοξος εποχή διανοίγεται ενώπιον ημών. Εις πίστωσιν δε της ευγνωμοσύνης και της προς υμάς υπολήψεώς μου απονέμω υμίν τον Μεγαλόσταυρον του βασιλικού μου Τάγματος του Σωτήρος. Η πατρίς σάς είναι ευγνώμων".

Και η απάντηση του Βενιζέλου: "Βαθύτατα συγκεκινημένος από το τηλεγράφημα της Υμετέρας Μεγαλειότητος, παρακαλώ αυτήν ευλαβώς να δεχθή την έκφρασιν της αναλλοιώτου μου ευγνωμοσύνης διά την επιεική εκτίμησιν των υπηρεσιών μου. Με το ευτυχές τέρμα και του δευτέρου πολέμου υπό τον μέγαν στρατηλάτην βασιλέα, όστις διά του ξίφους του εμεγάλωσε την Ελλάδα, η φιλτάτη πατρίς καταλαμβάνει την ανήκουσαν αυτή θέσιν εν τω κόσμω και με σταθερόν βήμα θέλει χωρήσει εις ευρύτατον μέλλον, ασφαλίζουσα το μεγαλείον και την ευημερίαν αυτής".

Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος
Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος ξέσπασε το καλοκαίρι του 1914. Μέχρι το 1915 η Ελλάδα παρέμεινε εκτός της σύρραξης. Της ζήτησε όμως η Αντάντ να πάρει μέρος στην εκστρατεία στα Δαρδανέλλια. Ο Βενιζέλος, που ήθελε να μπει η χώρα στον πόλεμο με την Αντάντ, πιστεύοντας στην τελική νίκη της, διαφώνησε με το βασιλιά, υπέβαλε την παραίτησή του και πήγε για ταξίδι ξεκούρασης και αναψυχής στην Αίγυπτο. Η Βουλή διαλύθηκε κατόπιν βασιλικού διατάγματος κι έγιναν εκλογές στις 31 Μαΐου 1915, με το Βενιζέλο να τις παρακολουθεί από τη Μυτιλήνη, που έδωσαν την πλειοψηφία στο Κόμμα των Φιλελευθέρων. Ο βασιλιάς με βαριά καρδιά και πολύ απογοητευμένος, μιας και πίστευε ότι η πολεμική του δράση θα ανταμείβετο και στην κάλπη από τον ελληνικό λαό, ο οποίος τον αποθέωνε δυο χρόνια πριν κατά την επιστροφή από το μέτωπο και εκδήλωνε ακόμα την αγάπη του, έδωσε εντολή στο Βενιζέλο να σχηματίσει κυβέρνηση, από την επόμενη κιόλας μέρα όμως ψάχνοντας αφορμές να σύρει τη χώρα σε νέες εκλογές. Ο απολυταρχικών τάσεων βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε αποφασίσει να απαλλαγεί από τον ενοχλητικό, δυναμικό και πείσμονα Κρήτα πολιτικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι για δύο ακόμα μήνες μέχρι τον Αύγουστο του 1915 συνέχισε να άρχει της χώρας η ηττημένη εκλογικά πρώην κυβέρνηση του Γούναρη, καθότι ο βασιλιάς προφασιζόμενος ασθένεια καθυστερούσε να προχωρήσει στη σύγκληση της νέας βουλής. Τελικώς, όταν συγκλήθηκε η νέα βουλή, ο πρωθυπουργός Βενιζέλος, τόνισε σε κοινοβουλευτική ομιλία του ότι η Ελλάδα θα έμενε ουδέτερη εκτός αν έκτακτες περιστάσεις την υποχρέωναν ν' αλλάξει γραμμή πλεύσης, μη θέλοντας σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για τη χώρα να οξύνει περισσότερο τα πράγματα, ελπίζοντας ότι ο βασιλιάς θα έβλεπε το συμφέρον της χώρας καθαρότερα στο μέλλον.

Το Σεπτέμβριο 1915 η Βουλγαρία προσχώρησε στις Κεντρικές Αυτοκρατορίες και κήρυξε επιστράτευση. Ήταν ευκαιρία για τη Βουλγαρία να ξεπλύνει την ήττα του Β' Βαλκανικού Πολέμου και να επεκτείνει τα εδάφη της. Η Ελλάδα κήρυξε επίσης επιστράτευση αλλά προέκυψε διχογνωμία μεταξύ Κωνσταντίνου - Βενιζέλου όσον αφορούσε στις υποχρεώσεις της χώρας μας απέναντι στη Σερβία εκ της συνθήκης που είχαν υπογράψει οι δύο χώρες το 1913, με την οποία η Ελλάδα είχε υποσχεθεί να προστρέξει σε βοήθεια της Σερβίας σε πρίπτωση που δεχόταν επίθεση. Ο Βενιζέλος, ευρισκόμενος σε αδιέξοδο και μη δυνάμενος να δράσει όπως ήθελε, παραιτήθηκε. Σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη στην οποία συμμετείχαν οι αρχηγοί όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Μετά από λίγο καιρό όμως παραιτήθηκε και η κυβέρνηση Ζαΐμη καθώς ο βασιλιάς κωλυσιεργούσε να απαντήσει στις δυνάμεις της Αντάντ που πίεζαν για έξοδο της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό τους και σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Σκουλούδη, στην οποία πήραν μέρος όλοι όσοι συνέπραξαν στην προηγούμενη κυβέρνηση (Ζαΐμη).

Η κυβέρνηση του υπέργηρου Σκουλούδη (80 ετών), χωρίς αποτέλεσμα επίσης, διέλυσε τη Βουλή και διεξήγαγε εκλογές στις 6 Δεκεμβρίου 1915, στις οποίες δεν πήρε μέρος το Κόμμα των Φιλελευθέρων, θεωρώντας τες άκυρες, στην πραγματικότητα θέλοντα να στηλιτεύσει την πέρα κάθε ορίου βασιλική ανάμειξη στις πολιτικές υποθέσεις και επειδή φοβόταν ότι αν ηττηθεί θα υπήρχε λαϊκή νομιμοποίηση της βασιλικής άποψης περί ουδετερότητος, κάτι που δεν ήθελε να συμβεί, καθότι θα περιοριζόταν η αντιπολιτευτική δράση της βενιζελικής παράταξης και τα ερείσματά της στο λαό, με ό,τι συνεπάγετο και για τις εθνικές υποθέσεις μια τέτοια εξέλιξη. Από πληροφορίες δε, γνώριζαν ότι οι κωνσταντινική μερίδα θα έκανε εκμετάλλευση της επιστράτευσης στην οποία ευρίσκετο τότε ο ελληνικός στρατος για να φέρει το αποτέλεσμα που ήθελε και να νικήσει (π.χ. οι στρατιώτες, ένας αριθμός 300.000 αντρών, θα ψήφιζαν εντός των στρατοπέδων υποκείμενοι σε πολλές πιέσεις ή εκφοβισμούς, έχοντες και το φάσμα ενός νέου πολέμου μπροστά τους). Εν τω μεταξύ, οι σύμμαχοι της Αντάντ, αποβίβασαν στρατό στη Θεσσαλονίκη, υπό τη γενική διοίκηση του αυταρχικού και υπερόπτη γάλλου στρατηγού Σαράιγ, ανοίγοντας το Βαλκανικό Μέτωπο. Στα αγγλογαλλικά στρατεύματα προστέθηκαν λίγο αργότερα 130.000 Σέρβοι στρατιώτες μεταφερόμενοι με πλοία από την Κέρκυρα, όπου είχαν καταφύγει μαζί με τη σερβική βουλή και κυβέρνηση μετά τη συντριβή του σερβικού στρατού από τη συνδυασμένη επίθεση της Βουλγαρίας, της Αυστροουγγαρίας και της Γερμανίας (την Κέρκυρα είχαν καταλάβει τότε οι Δυνάμεις της Αντάντ για να γλιτώσουν το σερβικό στρατό από την πλήρη καταστροφή, χωρίς να ερωτηθεί καν η ελληνική κυβέρνηση που μη μπορώντας να αντιδράσει, δέχτηκε το γεγονός).


Η λεγόμενη "Τριανδρία της Εθνικής Αμύνης" ή "Εθνική Τριανδρία", Θεσσαλονίκη, φθινόπωρο 1916. Από αριστερά: ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, Ελευθέριος Βενιζέλος, στρατηγός Παναγιώτης Δαγκλής.

Εθνικός Διχασμός

Στις 16 Αυγούστου 1916 έγινε συλλαλητήριο των βενιζελικών στην Αθήνα, όπου με την υποστήριξη του συμμαχικού στρατού, που είχε αποβιβαστεί στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας, ο Βενιζέλος ανακοίνωσε στο λαό την πλήρη διαφωνία του με τους χειρισμούς του Στέμματος. Τέθηκε επικεφαλής επανάστασης (Κίνημα Εθνικής Άμυνας) με έδρα τη Θεσσαλονίκη, όπου πήγε και σχημάτισε επαναστατική "Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας" μαζί με τους ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή, χρησιμοποιώντας την ήδη ευρισκόμενη εκεί Κρητική Χωροφυλακή, αφού προηγουμένως στις 25 Σεπτεμβρίου πέρασε από την Κρήτη, η οποία προσχώρησε κι αυτή στην επανάσταση. Προσχώρησαν επίσης στο Κίνημα και τα άλλα νησιά του Αιγαίου. Η διαφωνία του νόμιμου πρωθυπουργού Βενιζέλου με το γερμανόφιλο βασιλιά Κωνσταντίνο, η παραίτησή του Βενιζέλου και ο σχηματισμός στη Θεσσαλονίκη Προσωρινής Κυβέρνησης (26 Σεπτεμβρίου/9 Οκτωβρίου 1916), η οποία τάχθηκε με το πλευρό των Συμμάχων και κήρυξε έκπτωτο τον Κωνσταντίνο, ήταν η αιτία για την οποία η Εκκλησία της Ελλάδας εναντιώθηκε και τελικά αφόρισε τον Βενιζέλο.[1]

Στην Αθήνα επενέβη η Αντάντ και υποχρέωσε την κυβέρνηση Σκουλούδη να παραιτηθεί. Σχηματίστηκε υπηρεσιακή κυβέρνηση υπό τον Νικόλαο Καλογερόπουλο και η Βουλή διέκοψε τις εργασίες της (καθότι απλώς πλέον μεταβατική και διαχειριστική). Τα μέλη της κυβέρνησης Καλογερόπουλου διαφώνησαν μεταξύ τους ως προς την πολιτική που έπρεπε να ακολουθηθεί, οδηγώντας έτσι το κυβερνητικό αυτό σχήμα αυτό σε παραίτηση. Ακολούθησε ο καθηγητής Σπυρίδων Λάμπρου ο οποίος δέχτηκε την πρόταση του βασιλιά και σχημάτισε κυβέρνηση με μη πολιτικά πρόσωπα. Την κυβέρνηση αυτή η οποία επίσης δεν παρήγαγε κάποιο αποτέλεσμα διαδέχθηκε νέα υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη (ο οποίος λόγω χαρακτήρος συχνά καλείτο τις δύσκολες στιγμές). Οι σύμμαχοι, εκνευρισμένοι από την παρελκυστική πολιτική του βασιλιά ο οποίος απλώς κέρδιζε χρόνο, αποφάσισαν να τον απομακρύνουν από το θρόνο και την Ελλάδα, να τον διαδεχθεί δε ο δευτερότοκος γιος του Αλέξανδρος, παραμερίζοντας τον πρωτότοκο Γεώργιο. Στις 29 Μαΐου 1917 ο Κωνσταντίνος αναχώρησε από την Ελλάδα και λίγες μέρες μετά ο Βενιζέλος σχημάτισε κυβέρνηση, συγκλήθηκε δε η Βουλή, η οποία είχε προκύψει από τις εκλογές της 31 Μαΐου 1915 (θεωρούμενες οι επόμενες βουλές ως αντισυνταγματικές και η οποία ονομάστηκε Βουλή των Λαζάρων λόγω της ανάστασής της μετά από τόσο καιρό). Στις 11/24 Νοεμβρίου 1916 η ολοκληρωμένη Προσωρινή Κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.

Όταν η Γερμανία υπέγραψε ανακωχή, συνήλθε στο Παρίσι η Συνδιάσκεψη της Ειρήνης, όπου ο Βενιζέλος παρέστη ως αντιπρόσωπος της Ελλάδας και προέβαλε τις αξιώσεις της χώρας μας, οι οποίες έγιναν στο σύνολό τους δεκτές με τις συνθήκες του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919) και των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920). Ως αποτέλεσμα αυτών των συνθηκών η Ελλάδα προσάρτησε (προσωρινά) την Ανατολική Θράκη και την ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης στην εκείθεν του Αιγαίου πλευρά. Όντας στη Γαλλία εκίνο τον καιρό, ο Βενιζέλος εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Ενώ όμως επρόκειτο να γυρίσει στην Ελλάδα, έγινε δολοφονική απόπειρα εναντίον του στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών (από εκεί έπαιρνε κάποιος το τρένο για την πόλη Λυών), στο Παρίσι, από δύο απότακτους Έλληνες αξιωματικούς, κατά την οποία τραυματίστηκε από πυρά περιστρόφου. Αφού θεραπεύτηκε από τα τραύματά του, γύρισε το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς στην Αθήνα.

Ο θάνατος του άτυχου βασιλιά Αλέξανδρου είχε ως συνέπεια ν' ανακηρύξει αντιβασιλέα η Βουλή τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη. Την 1 Νοεμβρίου 1920 έγιναν βουλευτικές εκλογές. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων έλαβε 50,31% του συνόλου των ψήφων αλλά νικήθηκε από την ενωμένη αντιπολίτευση που είχε λάβει το 49,36% λόγω του εκλογικού νόμου, που οδήγησε τις περισσότερες έδρες στην αντιβενιζελική παράταξη. Είναι φανερό πόσο διχασμένος ήταν τότε ο λαός.

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://apantelakis.forumotion.net

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή  Μήνυμα [Σελίδα 1 από 1]

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης